βαβαί

βαβαί, exclam. of surprise or amazement,
A bless me! E.Cyc.156, Ar.Av.272, etc.; doubled, hurrah! Achae.28, cf. Chrysipp.Stoic.3.178; οὐχὶ τῶν μετρίων, ἀλλὰ τῶν βαβαὶ βαβαί, to denote persons extravagant in their expressions, Alex.206: c. gen., βαβαὶ τοῦ λόγου bless me what an argument! Pl.Phlb.23b, cf. Jul.Caes.309b, etc. (On the accent, cf. Hdn.Gr.1.502; βαβαῖ cod. B in Pl. l.c.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαβαί — (AM) βλ. βαβά …   Dictionary of Greek

  • βαβαῖ — indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαβαί — bless me! indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαβαιάξ — βαβαί bless me! indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαβαιάξ — επιφών. (Α) εντονότερος τ. του βαβαί. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρεκτεταμένος τ. τού βαβαί, που λήγει σε ξ, όπως πολλές ηχομιμητικές λέξεις (πρβλ. βρεκεκέξ, κοάξ, παπαιάξ κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • Dimitrios Galanos — Portrait of Dimitrios Galanos. The original now resides in the gallery of the University of Athens Dimitrios Galanos (Greek Δημήτριος Γαλανός, 1760 1833) was the earliest recorded Greek Indologist. His translations of Sanskrit texts into Greek… …   Wikipedia

  • AMAE — Hesych. Α᾿μάη Ε᾿βραὶςτί, βαβαί Συριςτὶ, Ε῾λληνιςτὶ σύγχυσις. Vide Seldenum de diis Syris. p. 207 …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MYXUS — quidam Cereris sacerdos, qui cum esset alazon et gloriosus, hinc Proverb. ortum; βαβαὶ μύξος, περὶ τῶ μεγαλαυχούντων: Ita nonnulli. Salmas. vero μύξος appellativum esse docet idemque significare, quod iactabundus et gloriosus: a μύξα, quod, idem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Βάκχος — I Προσωνυμία του Διόνυσου. Στη λατινική μυθολογία, ο Β. (Bacchus) αντιπροσωπεύει τη φυτική ζωή και οι γιορτές που γίνονταν προς τιμήν του (Βακχεία) είχαν γνωρίσει εξαιρετική ανάπτυξη. Ρωμαϊκό γλυπτό που εικονίζει τον θεό Βάκχο. Ο Βάκχος σε πίνακα …   Dictionary of Greek

  • βάζω — (I) και βάνω (Μ βάζω) 1. τοποθετώ, φορώ 2. τοποθετώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο νεοελλ. Ι. 1. προσθέτω, συνυπολογίζω 2. (για βαθμό) βαθμολογώ 3. διορίζω, τοποθετώ κάποιον σε κάποια θέση 4. βάζω... να αναγκάζω ή πείθω κάποιον να κάνει κάτι 5. υποθέτω …   Dictionary of Greek

  • βαβά — (I) (AM βαβαί) επιφών. (εκφράζει λύπη) αχ! πω πω! αρχ. εκφράζει έκπληξη ή θαυμασμό. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ. (πρβλ. βαβάζω, παπαί). Το λατ. babae είναι δάνειο από την Ελληνική]. (II) το (λ. της παιδικής γλώσσας) 1. πληγή, χτύπημα, τραύμα 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.